Willy Kyrklund/Bίλλυ Σύρκλουντ, 1921-2009

June 28, 2009 by chromata

Willy Kyrklund by Lo Snöfall

The swedish author Willy Kyrklund by Lo Snöfall. The portrait was published as frontispiece in the book Skeptikerns dilemma: Texter om Willy Kyrklunds författarskap, Symposion 1997.

Βίλχελμ Έκελουντ

June 8, 2009 by chromata
Davidia involucrata in Lund, Botanic Gardens

Davidia involucrata in Lund, Botanic Gardens

Η μεγάλη ανθρωπολογία

– όμως την περιπέτεια της εξαγνισμένης αγωνιστικότητας, τον περί αυτής μύθο θα μπορούσαμε κατά κάποιον τρόπο να τον μετατρέψουμε σε αίμα του αίματός μας –: σκοπός ήταν να ονειρευτούμε σθεναρώς.
”Η λατρεία των ονείρων” –: αυτό θα ήταν ένα από τα θέματά μου.
Θα μπορούσε να εξελιχθεί περαιτέρω.

Σθεναρά όνειρα –
θα μπορούσαν να είναι η σωτηρία μας; Οι σθεναροί ονειρευτές –
θα μπορούσε τελικά να αποδειχτεί ότι ήταν το γένος αυτό που υπήρξε ο πραγματικός φορέας των – ανθρωπίνων ενεργειών;

Κάθε ανθρώπινο σκάψιμο, τρύπημα, κυνήγι θησαυρού είναι
– στην αυθεντικότητά τους – ένα σκάψιμο προς την ελευθερία. Κάθε μεγάλη έρευνα είναι η αναζήτηση των όρων της ελευθερίας.
Αυτό είναι η μεγάλη ανθρωπολογία.

Και πώς η ζωή όλη ενός τέτοιου ανθρώπου μπορεί να φαίνεται σαν αυτή ενός σαστισμένου πουλιού που επιμένει να μπει σε κλειστό παράθυρο!
– Όσο και υπάρχουν πόρτες και παράθυρα ανοιχτά παραδίπλα, αυτό επιμένει ακατάπαυστα να αναζητά το ομοίωμα της ελευθερίας.

Το πρόβλημα μπορεί να λέει όσο απέριττα γίνεται: να είσαι απλός.
Είναι πρόβλημα που μπορεί να λυθεί!

Αν αγαπούσαμε την απλότητα θα ήμασταν όλοι ήρωες. Αυτό όμως
που αποκαλούμε ”ζωή” (και που συχνά είναι το αντίθετο) μας ξεγελά.

Ένα φέγγος στο σπίτι σου, στο σώμα σου, στην ψυχή σου –
το φέγγος που είναι δικό σου: από τη διατήρησή του εξαρτάται η ζωή σου.
Η ανοικονομία αυτή (στην κυριολεκτική της σημασία!) είναι η καλύτερη ηθική.

Η εξήγηση της παγκόσμιας δυστυχίας
βρίσκεται στη διάθεση για κολακεία και προχειρότητα.

Το μυστικό πάθος που λέγεται μέλλον:
αυτό που σε κάθε μεγάλη ζωή αποτελεί αντίβαρο
σε άλλα πάθη – αντίβαρο, μυστικό αγκυροβόλι!

Η κατανόηση και η συμπαγία – μόνο στο πιο ακατανόητο:
Γι’ αυτό η δύναμή σου είναι: πίστη στο όνειρο. Έτσι ήταν
για όλους τους – ονειροθελητές.

Μέθοδος παραγωγική.
– Αυτοί που ξέρουν ν’ αφήνουν τις σκέψεις τους
να λιάζονται: σ’ αυτούς (όπως ο Λίχτενμπεργκ!)
πρέπει να συγκαταλέγω τον εαυτό μου. Η μέθοδος αυτή, αυτή η επίγνωση ήταν ο ”ζήλος” μου.

Συντομογραφίες – με αυθυποβλητικό στόχο·
διόλου εξαιτίας ανυπομονησίας και αταξίας.

Το ειδύλλιο: ”πάγος και μέλι”.

Το όνειρο για μια ποίηση, για ένα συγγραφικό έργο που θα ήταν
εντελώς αυθόρμητο, καθαρή ακτινοβολία μουσικής στην ύψιστη μορφή της, μυστική, ελεύθερη αποκάλυψη του νόμου –: το ορφικό όνειρο, το προαίσθημα της δυνατότητας να παίξω καθαρά. Η θέληση για δύναμη του Ησυχασμού· οι πόλεμοί του.

Ανεξάντλητος ως προς την εμπειρία, ανεξάντλητος
ως προς την ελπίδα· όπως θα πρέπει να είναι ο συγγραφέας.

(Σημειώσεις του Βίλχελμ Έκελουντ (1880-1949) από το αρχείο του στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη της Λουντ. Δημοσιεύονται για πρώτη φορά στον τόμο Drömmar som förplikta: Om Vilhelm Ekelund och hans läsare, ο οποίος περιέχει δοκίμια του πανεπιστημιακού Per Erik Ljung για τον Σουηδό ποιητή. Lund 2009. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου. Στη φωτογραφία ανθισμένη davidia involucrata στη δυτική πλευρά του Βατονικού κήπου της Λουντ. Στα Σουηδικά λέγεται μυξομαντιλόδεντρο, näsduksträd, στα Αγγλικά περιστερόδεντρο, dove tree.)

Xenios logos,

May 2, 2009 by chromata

woman-in-malmo2a hospitable logos that always says yes to strangers and guests, that welcomes all strangers as guests together with their deconstuctability, their capacity, propensity and desire to be deconstructed. A logos that at the same time is a guest in another hospitable logos: the translating and the translated logos are hospitable at each other’s home – as they are hospitable to themselves in their own (xenios could here be extended to include the meaning of xenos as host, and, thus, thanks to the ties of hospitality, allow us witness how the two xenoi have become friends).

(Text from a forthcoming book with essays by Vasilis Papageorgiou.

Painting:
Woman in Malmö, by Lo Snöfall, oil on canvas.)

Magnus William-Olsson

April 6, 2009 by chromata
New York, by Lo Snöfall. Published in Ingen hand orörd.

New York, by Lo Snöfall. Published in Ingen hand orörd.

Επιστροφή

Βαθουλώνω την παλάμη μου και
τη γεμίζω θάλασσα.
Η αίσθηση της υγρότητας στη στεγανή
επιδερμίδα μου εκφέρει το π ε π ε ρ α σ μ έ ν ο.

Η λέξη θρονιάζεται ανάμεσα
στους κερατοειδείς χιτώνες μου και τον ορίζοντα
όπως το φεγγάρι μερικές φορές
κρύβει τον δίσκο του ήλιου από
τη γήινη σφαίρα. Απομένει μόνο
αυτό το μοναδικό, το σωτήριο
Ο

(O’, 1987. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Daniel, Ashbery and Land Rovers

March 10, 2009 by chromata

Spring is here again and summer is not far away, less mud and more and more dandelions on the ground, a great balance needed when playing football on the grass in order to avoid both, the tricky mud that might deprive you of a spectacular goal and make you a spectacle in the eyes of the dandelions. These are pure beauty on the leaves of grass, not wild but rebellious, a lovely anomaly that you do not want to disturb. After school Daniel wants to play, I want to read. We play and then read, read meticulously. I promise to play and Daniel promises to help me translate a poem by John Ashbery into Swedish, “In Vain, Therefore”, later in the collection Hotel Lautréamont (1992). We published it in Allt om böcker 3, 1990.

ashbery-allt-om-bocker-daniel_31

Here Ashbery speaks about dandelions and mud. About dead dandelions. Summer costs. Or have they been run over by a Land Rover? Don’t run over, please, Land Rover. Daniel takes a break and draws the Land Rover we had parked near the football grass. He had practised on similar cars before, one that distributed his magazine Le Journal des Chats, where we between biking around and doing homework published the first two stanzas of the “Hymn to Freedom” by Dionysios Solomos, the embarrassingly romantic lines that constitute the Greek anthem.

daniel-ljc-bil

I think Ashbery would have been a Land Rover dealer were he not a poet. Has he ever driven one? Lo Snöfall laughs at my thoughts. But she too likes the way Ashbery writes about landscapes in his poetry, how much he loves plants and flowers and the countryside. A four wheel drive Land Rover would only help him to wander more easily on any surface and take any directions he pleases without hesitation or warning. He writes like I drive my Land Rover, or like I follow it, let it take me to the worldly street of Kalmar, one of the most beautiful I know anywhere, where I sit at my favourite café and write or make notes on how to translate or write on a poem by Ashbery.

freelander-kalmar-09

And he writes like the cat is sitting under Lo’s Land Rover, thinking without thinking, being active without moving, a rover resting while wandering. But where?

los-land-rover

Daniel wants to draw another Land Rover. What will that one do this time? Good to have it when time comes to carry the apples from the muddy orchard. Of course.

daniel-land-rover-green

And you will help me to translate another poem by Ashbery who knows about apples and orchards. Deal. We translate “Livelong Days” this time (the order of our translating expeditions is not clear in my rovig mind), also this one in Hotel Lautréamont. We publish our translation in Artes 4, 1989, the fine magazine that inexplicably does not exist anymore.

ashbery-poem-artes

The poem ends speaking about mythologies and apples that are multiplying. I miss playing football with Daniel, and I miss translating Ashbery with him. But we have the worldly countries and multiple landscapes of Ashbery, and the Land Rovers to take us, or like cats park them, anywhere we like.

Vasilis Papageorgiou

Βασίλης Παπαγεωργίου

March 2, 2009 by chromata

Ένας ξένος στην πόλη

vp-by-lo-snofall

(Το κείμενο αυτό, σε κάπως διαφορετική μορφή, δημοσιεύτηκε αρχικά στα Σουηδικά, στον τόμο I ordets smedja. Festskrift till Per Rydén. Stockholm, 2002. Στη μορφή αυτή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός 143, 2009. The portrait of VP is by Lo Snöfall – oil on canvas.)

Θέλω να είμαι πάντα ένας ξένος στην πόλη, ποτέ να μην έχω μια δική μου πόλη, θέλω να είμαι ένας ξένος στην πόλη που για λόγους συμβατικούς και μη συμβατικούς, οικείους και ανοίκειους ή και αυθαίρετους για πολλούς λόγους αποκαλώ δική μου. Ένα ζευγάρι παπούτσια, μερικά ρούχα, ένα ζευγάρι γάντια, τα γυαλιά για την όρασή μου: αυτά είναι πράγματα που θέλω να είναι δικά μου. Είναι κάτι που το προϋποθέτω και το οποίο απαιτώ, έστω και αν ποτέ αμετάκλητα. Μια αναγκαιότητα που με βοηθά να έχω μια στενή σχέση με το σώμα μου (είναι όμως το σώμα μου δικό μου;).

Αυτό που στα γράμματά μου, στις συναλλαγές μου με τους καλούς μου φίλους αποκαλώ πόλη μου είναι τόσο λίγο δικό μου, όσο και το σώμα μου. Ούτε επίσης κάνω κάποιες προσπάθειες να το κάνω δικό μου, να το ιδιοποιηθώ. Δεν θέλω η πόλη μου να είναι δική μου, η δική μου πόλη ή να την αποκαλώ η δική μου πόλη. Αντίθετα κάνω ό,τι μπορώ να παραμένω ένας ξένος στην πόλη μου. Και επιπλέον επιθυμώ η πόλη μου να είναι μια ξένη για μένα. Και εδώ, στην αμοιβαία και ανταποδοτική αυτή ξενικότητα υπάρχει η δυνατότητα εμφάνισης μιας παράδοξης οικειότητας. Μια οικειότητα που γεννιέται από την ελευθερία που η ξενικότητα υπόσχεται. Όσο πιο οικεία η σχέση μου με την πόλη, τόσο πιο ξένος αισθάνομαι σ’ αυτήν. Όσο πιο ξένος είμαι στην πόλη, τόσο πιο ελεύθερος αισθάνομαι σ’ αυτή.

Θέλω πάντα να λέω ναι στο αμοιβαίο πλησίασμα ανάμεσα σε μένα και την πόλη. Κατά το πλησίασμα αυτό θέλω η πόλη να μπορεί να με εκπλήττει και εγώ να μπορώ να εκπλήττω την πόλη, θέλω και εγώ και η πόλη με τα οικεία μας αγγίγματα και τις έντονα πολύπλοκες χειρονομίες μας να μπορούμε να δεχόμαστε και να καταφάσκουμε μια ατέλειωτη αλληλουχία ταυτόχρονων εκπλήξεων. Εκπλήξεις τις οποίες θα εγγυάται μια αδιαπραγμάτευτη ανοιχτότητα. Αδιαπραγμάτευτη με την έννοια ότι η ανοιχτότητα αυτή είναι μια απέραντη και ανυπέρβλητη κατάφαση. Θέλω να είμαι μια ανοιχτότητα που υποδέχεται την ανοιχτότητα της πόλης. Τίποτε προειλημμένο ή προαποφασισμένο ή προεικασμένο δεν θα μπορεί να εμποδίσει αυτές τις δυο ανοιχτότητες με τρόπο οικείο να σέβεται η μια την άλλη και να εισχωρεί η μια στην άλλη.

Στους δρόμους της πόλης, στις πλατείες και στα κτίριά της, στα ιδρύματα και στις κοινωνικές της εκδηλώσεις, σε πολιτικές ή πολιτιστικές αποφάσεις θέλω να συμμετέχω ως ξένος, ως κάποιος που δεν θα προσφέρει ούτε θα συγκαταλέγεται σε τελεσίδικες λύσεις, κάποιος που ούτε θέλει να περιορίσει ούτε θέλει να περιοριστεί στις συναλλαγές του και στις συμπράξεις του με την πόλη.

Αυτή είναι βέβαια μια φιλοσοφική, μια ηθική και αισθητική ξενικότητα, η οποία με τρόπο ανεπιφύλακτο χαρακτηρίζει τη σχέση μου με την πόλη. Αυτό προϋποθέτει ότι είμαι ένας ελεύθερος άνθρωπος σε μια ελεύθερη πόλη, το οποίο με τη σειρά του προϋποθέτει ότι και εγώ και η πόλη αναγνωρίζουμε, αποδεχόμαστε, δημιουργούμε και φυλάσσουμε αυτή την ελευθερία. Η αναγνώριση και η κατανόηση της ελευθερίας προϋποθέτει ότι ανάμεσα σε μένα και την πόλη υπάρχει μια γλώσσα που βοηθά και τους δυο μας να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο.

Κατά το πλησίασμα αυτό θα ήταν καταστροφικό αν και η πόλη και εγώ συμμετείχαμε ως ξένοι, ως δυο που δεν αλληλοκατανοούνται, που δεν έχουν τη θέληση, την υπομονή ή τον σεβασμό που επιτρέπει τις δυο διαφορετικές ανοιχτότητες να γίνουν αμοιβαία δεκτές. Στον χώρο που ο σεβασμός για τη γλώσσα του άλλου, για το πώς ο άλλος χαιρετά, αγγίζει και φροντίζει τον εαυτό του και το περιβάλλον του, ο σεβασμός για την διαφορετικότητα της γλώσσας του άλλου, της πόλης, στον χώρο αυτό θέλω η πόλη να είναι δική μου και εγώ να είμαι δικός της. Η πόλη δική μου ως φίλη, ης πόλη με έχει δικό της ως φίλο. Η αγορά της πόλης, τα ιδρύματά της και οι πολιτικές της αποφάσεις δεν θα με αποκλείουν, όπως εγώ δεν θα αποκλείω την πόλη. Δεν θέλω να είμαι ένας ξένος στην πόλη ή η πόλη να είναι μια ξένη μέσα μου.

Όταν ο Γκούναρ Έκελεβ στην αρχή του ποιήματός του ”Non serviam” γράφει

Είμαι ένας ξένος στη χώρα αυτή
αλλά η χώρα αυτή δεν νιώθει ξένη μέσα μου!
Δεν είναι το σπίτι μου η χώρα αυτή
αλλά η χώρα αυτή φέρεται σαν να είμαι το σπίτι της!

Εκφράζει την αγωνία και τον αρνητικό ρομαντισμό του μοντερνισμού. Τον ρομαντισμό επειδή η ξενικότητα είναι τόσο τρομακτική όσο και επιθυμητή. Το να είσαι ξένος στην ίδια σου τη χώρα, στην ίδια σου τη γλώσσα, στο ίδιο σου το σώμα είναι κάτι που πολλοί μοντερνιστές συγγραφείς το έχουν αποδώσει όχι μόνο σαν αποτέλεσμα του να είσαι αβοήθητος σε έναν αυταρχικό και αδιάφορο κόσμο, αλλά και σαν αιτία. Αιτία για την καλλιέργεια της ιδιαιτερότητας, την εξύμνηση της προσωπικής, λεπτής περίπτωσης. Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να δούμε την ξενικότητα στον μοντερνισμό ως αποτέλεσμα μια αρνητικής στάσης.

Τη δική μου την ξενικότητα τη βλέπω ως αποτέλεσμα μιας πρωταρχικής κατάφασης. Θέλω να είμαι ένας ξένος στην πόλη για να μπορώ να έχω μια γενναιόδωρη σχέση μαζί της. Πριν από αυτό όμως θέλω να έχω μια δική μου πόλη. Πρέπει να έχω μια δική μου πόλη για να μπορώ να είμαι ένας ξένος εκεί. Αυτή ή αυτός που στέκει μπροστά στον σιδηροδρομικό σταθμό με τα πράγματά του στο χέρι και δεν ξέρει ποια κατεύθυνση να πάρει, ο άνθρωπος αυτός βρίσκεται έξω από την πόλη. Δεν έχει στην κατοχή του ούτε τα μέσα ούτε το σημείο εκκίνησης που θα τον βοηθούσαν να πει ναι στην πόλη ή να ρομαντικοποιήσει την ξενικότητά του στην πόλη. Ο άνθρωπος αυτός δεν έχει μια δικιά του πόλη. Είναι ένας ξένος σε μια ξένη πόλη. Θέλει να μπει στην πόλη, αλλά τον θέλει όμως η πόλη;

Η πόλη είμαστε εμείς και ένας ατέλειωτος αριθμός πραγμάτων και ανθρώπων. Ακριβώς όπως και εμείς είμαστε η πόλη και ένας ατέλειωτος αριθμός πραγμάτων και ανθρώπων. Αυτό το «εμείς» έχει κάτι που είναι δικό του. Αυτό που είναι «ένας ατέλειωτος αριθμός πραγμάτων και ανθρώπων» είναι το ξένο. Και ποιος θέλει να είναι δίχως το ξένο, δίχως τη γενναιοδωρία και την κατάφαση, δίχως πόλεις παντού; Αυτό είναι το δικό μου: πόλεις παντού, γνωστές και άγνωστες, μικρές και μεγάλες, οι άνθρωποί τους, οι δρόμοι τους, τα δέντρα, τα αυτοκίνητα, τα θέατρα τους (ω, η παρακολούθηση μια παράστασης σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνω), τα βλέμματα, τα αναρίθμητα βλέμματα από και προς κάθε κατεύθυνση, ρούχα και σώματα που περιφέρονται στην ανοιχτωσιά της πόλης και αφήνουν τα ίχνη τους σε μέρη ανεξερεύνητα, στης πόλης το πελώριο σώμα, το οποίο, μια υπόσχεση, ποτέ δεν θα γίνει δικό μου, ποτέ δεν θα προσπαθούσα να το κάνω δικό μου.

Ίσως βρίσκονται τα ίχνη μιας τραγικής διάστασης εδώ, την οποία προτιμώ να αποκαλώ τραγική συνείδηση. Η ξενικότητα που θέλω να διατρέχει τη σχέση μου με την πόλη είναι αποτέλεσμα της τραγικής αυτής συνείδησης, η οποία συγχρόνως είναι και η πηγή της κατάφασης, για την οποία επίσης έκανα λόγο. Η άρνηση, είτε προέρχεται από το θεϊκό είτε το ανθρώπινο, θέτει όρια, επιβάλλει ένα έδαφος, τη βάση μιας ανοιχτής ή καλυμμένης απαίτησης. Η κατάφαση έχει την πηγή της στην άβυσσο, στην άρση των ορίων, των συνόρων. Η τραγική συνείδηση είναι η επίγνωση της παρουσίας και του ρόλου της αβύσσου κάτω από τα πόδια μας και πάνω από τα κεφάλια μας.

Συχνά, όταν στέκομαι στη στάση Κρικέλας (λέγεται έτσι ακόμη;) και περιμένω το λεωφορείο για το κέντρο, σκέφτομαι ότι τον ίδιο δρόμο έπαιρνε κάποτε και ο Αριστοτέλης όταν ερχόταν ή πήγαινε στη Χαλκιδική, στα Στάγιρα. Ο τρόπος που ο Αριστοτέλης περιγράφει την τραγική σύγκρουση με απασχόλησε άπειρες φορές, και μερικές από αυτές κατέβαινα συγχρόνως με τα πόδια στο κέντρο, ώστε να έχω τον χρόνο να συλλογιστώ διεξοδικότερα, να μπω ευκολότερα στην τακτική της περιπατητικής ανάπτυξης των σκέψεων. Οι σκέψεις και οι περίπατοι αυτοί με έφερναν κοντά σε κάτι διαχρονικό και συγχρόνως με απομάκρυναν από την παρούσα στιγμή, καθιστώντας με ξένο σε μια περιρρέουσα οικειότητα, αφού το διαχρονικό είναι άπιαστο και η παρούσα στιγμή παρέμενε εκτός της άμεσης προσοχής μου.

Είχα από καιρό, πολύ πριν το Κρατικό Θέατρο (το 1979) ανεβάσει τα έξι ταχυδράματά μου, καταλήξει στο ότι με ενδιέφερε περισσότερο η τραγική συνείδηση από την τραγική σύγκρουση, που κατά τον Αριστοτέλη διαλύει την τάξη του κράτους ή της οικογένειας ή της προσωπικότητας. Έχω αναπτύξει αλλού της σκέψεις μου για το τραγικό, αλλά θέλω εδώ να σταθώ λίγο περισσότερο στον ρόλο του φανταστικού Αριστοτέλη να διασχίζει την αρτηρία που οδηγεί στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και φυσικά πιο πέρα, στα μέρη της τότε Μακεδονικής αυλής. Ένας συνομιλητής που με τα χρόνια με βοήθησε να δω διαφορετικά το τραγικό και την τραγική σύγκρουση: όχι σαν κίνηση από την τάξη στην αταξία, αλλά το αντίθετο, από την αταξία στην τάξη, στην επιβολή ενός πάντα αυταρχικού ορίου. Μια άποψη που μπορεί κανείς να διαβάσει στο έργο του Ευριπίδη, όπως ήδη έχω κάνει και κάνω ακόμη. Ενός Ευριπίδη που βρέθηκε στα μέρη όπου βρέθηκα κι εγώ τόσα χρόνια αργότερα, ενός θυμωμένου με την Αθήνα δραματουργού, θυμωμένου με τον λόγο της Αθήνας, τον τρόπο που ο λόγος αυτός θέλησε να αγνοήσει τη Μήδεια και τον Διόνυσο, να αγνοήσει αυτό που υπερβαίνει τον λόγο, που υπονομεύει τα όρια του λόγου. Από τη μια μεριά κατέβαινε ο Αριστοτέλης, από την άλλη ανέβαινε κάποτε ο Ευριπίδης.

Η πόλη ως ένας ευριπίδειος χώρος, χωρίς ωστόσο ούτε τη βία της Μήδειας ούτε τη βία του Διόνυσου, ένας απέραντα γαλήνιος χώρος, όπου η τραγική, καταφατική συνείδηση φροντίζει την γαλήνη που έρχεται από τα βάθη της αβύσσου και υπερβαίνοντας τον διαποτίζει τον χώρο ως γεωγραφία, ιστορία, ψυχολογία, άτομα και κοινωνία.

Αυτή την τραγική συνείδηση την εντοπίζω πάντα στην ποίηση του Τζον Άσμπερυ, μεταξύ άλλων, ενός ποιητή που κάποτε προσκάλεσα στη Θεσσαλονίκη και την περπάτησα λίγο μαζί του. Έτσι αισθάνθηκα μια παράξενη όσο και οικεία χαρά όταν ξαφνικά τον άκουσα να απαγγέλει το ποίημά του «Hölderlin marginalia” στα Αγγλικά. Επέστρεφα από το κέντρο της πόλης στο σπίτι αργά το βράδυ με το λεωφορείο της Κηφισιάς, όταν πίσω από τον Άγιο Ελευθέριο και το Πρώτο Δημοτικό σχολείο (κάποτε;) Θεσσαλονίκης, το σχολείο μου, στο ipod μου, που το είχα στο shuffle, και άκουγα τραγούδια ανάκατα, εμφανίστηκε αναπάντεχα η φωνή και οι στίχοι ενός αγαπημένου ποιητή, ενός ξένου για πολλούς στον χώρο της ποίησης, για την ξενικότητα της οποίας έχω ήδη γράψει κείμενα στα Αγγλικά, στα Ελληνικά και στα Σουηδικά. Μια ξενικότητα που μιλά φιλικά και ζεστά με τον αναγνώστη και με οτιδήποτε περιγράφει, μια ποίηση γαλήνια και γεμάτη από την τραγική συνείδηση που καταφάσκει.

Έτσι μου αρέσει η πόλη και κάθε πόλη, κάθε μέρος του πλανήτη. Μια ανοιχτότητα που επιτρέπει τη διερεύνησή της με προσωπικές λεπτομέρειες, οι οποίες με τη σειρά τους είναι ανοιχτότητες επιδεκτικές ακατάπαυστης διεύρυνσης. Πόλη πλήρης με τις κινήσεις μιας μνήμης, μιας ιδέας, μιας εικόνας, ενός συναισθήματος, ενός νέου κόσμου που όλα αυτά δημιουργούν, μια κοσμητική συνεύρεση χωρίς αρχή και τέλος, που ωστόσο προσφέρει την ευπροσηγορία ενός ανοιχτού εδώ και τώρα.

Κάποιες προσωπικές λεπτομέρειες: Οι απογευματινές συζητήσεις στο μικρό μπαλκόνι της μεγάλης μου αδελφής, οι πρωινοί καφέδες στην κουζίνα της μικρής μου αδελφής καθώς και όλη η ιεροτελεστία των γευμάτων με τις οικογένειές τους. Η φροντίδα με την οποία η Κατερίνα Δανιηλίδου στον Ιανό και στα μικρά της διαλείμματα στα πέριξ του Ιανού μέρη μου μιλούσε για τους καλόκαρδους συγγραφείς της πόλης, για ένα όμορφο παροπλισμένο πλοίο στο λιμάνι, για το κομψό της φόρεμα από τον κατά άλλα φτηνό Ζάρα (αυτό πάντα με δυο αδιάφορα λόγια και μετά από αρχική παρατήρηση δική μου). Η σχεδόν καθημερινή ανάγνωση της Καθημερινής και της Herald Tribune στο Μπάλκαν (πήγαινα με την Κατερίνα, τον Δημήτρη Δημητριάδη, όπως επίσης πήγα με τον Άσμπερυ τις λίγες μέρες που ήταν στην πόλη – μια φωτογραφία του εκεί βρίσκεται στη ηλεκτρονική διεύθυνση http://chromata.wordpress.com/2007/07/) ή σε άλλο ήσυχο μέρος, όπου κατόπιν έγραφα κάρτες σε φίλους στη Σουηδία κυρίως.

Πολλές λεπτομέρειες τις χώρεσα στο μικρό μυθιστόρημα Νυμφαίος Θάνατος και στο θεατρικό Ιππόλυτος Καλυπτόμενος. Επίσης και στο σουηδικό βιβλίο Ingen hand orörd, Κανένα χέρι ανέγγιχτο, όπου οι εικόνες της Λου Σνέφαλλ συνομιλούν με δικά μου πεζά ποιήματα. Ένα από αυτά μεταφράζω πρόχειρα εδώ, ενώ η εικόνα της Λου βρίσκεται σε τούτη τη διεύθυνση: http://chromata.wordpress.com/2008/04/

Η Θεσσαλονίκη δίπλα στο νερό

Περπατούσε κατά μήκος του νερού, είχε βρει μια ισορροπία ανάμεσα στο πάνω και το κάτω μέρος του σώματός της, ανάμεσα στο αριστερό και το δεξί της χέρι, ανάμεσα στις σκέψεις της και σε ένα τεράστιο πλήθος παρατηρήσεων, την συσσωρευμένη τους οξύτητα, το οικείο τους φέγγος. Εισχώρησε σε ένα εξίσου οικείο και βαθύ συναίσθημα ότι χάθηκε στην ευρηματικότητα άλλων ανθρώπων, στις ευχάριστα παρείσακτες προθέσεις τους. Μια πόλη δίχως κάθετες χειρονομίες θα έγραφε σε λίγο σε ένα μέιλ, μια έκταση που στριφογυρίζει γύρω από τον εαυτό της και στην εγγύτητα, ή λίγο πιο πάνω από αυτή, μιας σχεδόν ξεχασμένης, αλλά ποτέ αδρανούς κάθαρσης. Σαν να βγάζεις να όμορφα παπούτσια σου έπειτα από έναν όμορφο, μακρύ περίπατο.

Με πήρε χρόνια να αφήσω τον Αριστοτέλη για τον Ευριπίδη, αλλά επέστρεψα γρήγορα σ’ αυτόν και πάλι για να μην τον αφήσω πότε ξανά είτε περιμένω το λεωφορείο είτε κάθομαι σε κάποιο εστιατόριο της Σκωτίας, όπου με ακολουθεί και η Θεσσαλονίκη, η άπιαστη αλλά πάνω από όλα παρούσα και ψηλαφητή συντροφιά της.

Susan Azar Porterfield

February 2, 2009 by chromata

Varför reser vi

Jag är inte här i Kousba;
jag står här i Kousba.
På denna smala, lutande gata,
på denna oktoberdag, jag som inte existerar
utan denna smala, lutande gata
har blivit, har strävat efter att bli,
denna gata, denna närbelägna vägg, denna himmel.
I närvaron av så mycket annat
är mitt hjärta ett skenande tåg.
Jag kan inte känna mina ben.
Just nu svävar jag över gatan.
Just nu står jag på gatan.
Jag är en av gatans stenar.
Det är just därför jag har kommit hit.

blues-2008

Γιατί ταξιδεύουμε

Δεν είμαι εδώ στην Κούσμπα·
στέκομαι εδώ στην Κούσμπα.
Σ’ αυτόν τον στενό, κατηφορικό δρόμο,
αυτή τη μέρα του Οκτώβρη, εγώ που δεν υπάρχω
χωρίς αυτόν τον στενό, κατηφορικό δρόμο,
έχω γίνει, έχω προσπαθήσει να γίνω,
αυτός ο δρόμος, αυτός ο τοίχος δίπλα του, αυτός ο ουρανός.
Ενώπιον τόσο διαφορετικών πραγμάτων
η καρδιά μου είναι αφηνιασμένο τρένο.
Δεν αισθάνομαι τα πόδια μου.
Τώρα ακριβώς αιωρούμαι πάνω από τον δρόμο.
Τώρα ακριβώς στέκομαι στον δρόμο.
Είμαι μια από τις πέτρες του δρόμου.
Γι’ αυτό ακριβώς έχω έρθει εδώ.

(Beirut Redux, 2008. Translated into Swedish by Vasilis Papageorgiou and Lo Snöfall. Translated into Greek by Vasilis Papageorgiou.)

Χάρολντ Πίντερ, 1930-2008

January 3, 2009 by chromata

Αργότερα

Αργότερα. Κοιτάζω έξω το φεγγάρι.
Κάποτε ζούσα εδώ.
Θυμάμαι το τραγούδι.

Αργότερα. Κανένας ήχος εδώ.
Φεγγάρι στον μουσαμά.
Ένα παιδί κατσουφιάζει.

Αργότερα. Μια φωνή τραγουδά.
Ανοίγω την πίσω πόρτα.
Κάποτε ζούσα εδώ.

Αργότερα. Ανοίγω την πίσω πόρτα.
Το φως χάθηκε. Νεκρά δέντρα.
Νεκρός μουσαμάς. Αργότερα.

Αργότερα. Σκοτάδι που κινείται πολύ γρήγορα.
Σκοτάδι παχύ.
Εδώ ζω τώρα.

(1974)

stirling-stones

Το γνωρίζω το μέρος αυτό

Το γνωρίζω το μέρος αυτό.
Πράγματι.
Ό,τι κάνουμε
διορθώνει τον χώρο
ανάμεσα στον θάνατο, σε μένα
και σε σένα.

(1975)

stirling-shop

Denmark Hill

Τουλάχιστον είσαι εκεί,
και όταν θα μπω στο δωμάτιο
θα σηκωθείς, τα χέρια σου ενωμένα,
και θα χαμογελάσεις,
ή, αν κοιμάσαι,
θα ξυπνήσεις.

(Σεπτέμβριος 1977)

edinburgh-basement

Εστιατόριο

Όχι, κάνεις λάθος.
Ο καθένας είναι όσο όμορφος
μπορεί.
Ιδιαίτερα στο γεύμα
σ’ ένα εύθυμο εστιατόριο.
Ο καθένας είναι όσο όμορφος
μπορεί.
Και συγκινείται
από την ίδια του την ομορφιά.
Και χύνει δάκρυα για χάρη της
στο πίσω κάθισμα του ταξί στον δρόμο για το σπίτι.

(1987)

gdansk-shop

Εδώ είναι
(Στην Α)

Τι ήχος ήταν αυτός;

Κοιτάζω αλλού, προς το τρεμάμενο δωμάτιο.

Τι ήχος ήταν αυτός που ήρθε μέσα με το σκοτάδι;
Τι δαίδαλος από φως είναι αυτό στο οποίο μας αφήνει;
Τι στάση είναι αυτή που παίρνουμε,
κοιτάζουμε αλλού και μετά μποροστά μας πάλι;
Τι ακούσαμε;
Την ανάσα που πήραμε στην πρώτη μας συνάντηση.

Άκου. Εδώ είναι.

(1990)

Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου. Οι μεταφράσεις αυτές δημοσιεύτηκαν στο Εντευκτήριο 26, Άνοιξη 1994. Στο εισαγωγικό μου σημείωμα έγραφα μεταξύ άλλων: “Τα ποιήματα προέρχονται από τον τόμο Collected Poems and Prose (London: Faber and Faber, 1991). Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί εδώ να βρει κείμενα επιλεγμένα από τον ίδιο τον μεγάλο θεατρικό συγγραφέα, γραμμένα μεταξύ 1949, τότε που ο Πίντερ ήταν δεκαεννιά χρονώ, και 1990. Το ύφος των περισσότερων ποιημάτων φαντάζει σαν απόσταγμα της τόσο χαρακτηριστικής λυρικής διάθεσης που υποβαθρώνει όλα τα θεατρικά του κείμενα με τη μορφή ανεξιχνίαστης, κι ωστόσο απροσδιόριστα οικείας, απειλής. Η τελευταία δημιουργεί κενά σ’ έναν λόγο απρόσμενα σύντονο, γεμάτον ανομολόγητες επιθυμίες και σκέψεις, συνοδευμένες από κινήσεις απέριττα συγκρατημένες, από διακριτικά εσπευσμένες ρυθμικές ανασχέσεις, από κάποια αρχαϊκή – και για τούτο ήρεμη – βία.“

Harold Pinter, 1930-2008

December 25, 2008 by chromata

De försvunna

art-ls

Ljusets älskare, skallarna,
den brända huden, nattens
vita sken,
hettan när människorna dör.

Knäsenan och hjärtat
slitna isär i ett melodiskt rum,
där ljusets barn vet
att deras kungadöme har kommit.

(Översättning Vasilis Papageorgiou. Art on the window-sill: B612, oil pastel by Lo Snöfall.)

Giorgos Chronas

December 3, 2008 by chromata

Helig smärta

london

Jag känner mig utan ursprung
utan härkomst
var jag än hamnar höljs jag
av musik
av städernas upplysta områden.
Jag går utanför gränserna
jag vill arresteras
och erkänna
att jag har varit ett ingenting
en helig smärta
i skulderbladet.

(Ta ποιήματα 1973-2008. Översättning Vasilis Papageorgiou och Lo Snöfall. Foto av Lo Snöfall.)

Fernando Pessoa

November 11, 2008 by chromata

Ανάμνηση

marcel-duchamp

Κάπου που ποτέ δεν θα ζήσω
ο κήπος ενός παλατιού κρύβει
τέτοια ομορφιά που θλίβομαι όταν την ονειρεύομαι.

Εκεί, χαράσσοντας πανάρχαια μονοπάτια
πελώρια προγεννητικά άνθη
αναπολούν τη χαμένη μου ζωή, ενώπιον της ψυχής.

Ήμουν ευτυχισμένος εκεί, ήμουν το παιδί
που απολάμβανε δροσερές σκιές
μέσα στις οποίες ένιωθε γλυκιά εξορία.

Μου τα πήραν όλ’ αυτά τ’ αληθινά πράγματα.
Ω, χαμένα μου λιβάδια!
Παιδικά μου χρόνια ενώπιον της Νύχτας και της Ημέρας!

(Obras Completas, Poemas Ingleses, English Poems II, Lisboa: Ática, 1974. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου. Watercolour: Marcel Duchamp by V. P.)

Bertil Malmberg

October 12, 2008 by chromata

Ποιος με ονειρεύτηκε

Ποιος με ονειρεύτηκε;
Ποιος με έπαιξε;
Ποιος τραγούδησε στον τόνο του τραγουδιού μου;

Ποιος δανείστηκε το όνομά μου;
Ποιος επωμίστηκε τη σκιά μου;
Ποιος φώναξε «εγώ» με το στόμα μου;

(Klaviatur, 1955. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου. Art: African Bear, An Arrangement by Lo Snöfall.)

Lisa Fishman

September 14, 2008 by chromata

Läsning

Ett antal övergångsobjekt
och först ett
som kanske var menat.

Det finns vissa saker som jag inte menar.

Vilken glädje att säga det.

Ett mönster i fyra delar?
Loft, säng på loftet,
en luftmadrass,
simbassäng. Han var hennes
älskningsbåt, han pysslade om
henne.
Jag vill skjuta fåglarna
tänkte hon ibland.

Det är så mycket som händer
i de små orden.

(Översättning Vasilis Papageorgiou och Lo Snöfall)

Διάβασμα

Ένας αριθμός μεταβατικών αντικειμένων
ξεκινώντας από ένα
που ίσως ήταν σκόπιμο.

Υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν τα κάνω σκόπιμα.

Πόσο χαίρομαι που το λέω.

Ένα σχήμα σε τέσσερα μέρη;
Υπερώο, κρεβάτι στο υπερώο,
φουσκωτό στρώμα,
πισίνα. Εκείνος ήταν το
αγαπημένο της πλεούμενο, τη φρόντιζε.
Θέλω να πυροβολήσω τα πουλιά
σκέφτηκε εκείνη κάποιες φορές.

Συμβαίνουν τόσα πολλά
στις μικρές λέξεις.

(Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου)

John Bradley

August 19, 2008 by chromata

Δεν είμαι ο Πώς τον λένε
Στον Πώς τον λένε

1
Τζον Μπράντλυ, ο Τομάζ Σάλαμουν σε ονειρεύεται
καθώς κοιμάται σε μια μικρή φωλιά από ψαλίδια
σκεπασμένος με πάπλωμα από νεκρά μαυροπούλια.

2
Λίγο πιπέρι, άφθονο αλάτι,
κάθεσαι κάπου και καταπίνεις ένα σύννεφο
σε σχήμα καρέκλας.

3
Γάγγλια, τέτοια λεπτοκαμωμένα πόδια έχει η βροχή.
Βροχή, τέτοια λεπτοκαμωμένα αφτιά έχουν τα γάγγλιά μου.

4
Ω, πρασινόγλωσσε,
ό,τι λες γίνεται πράσινο
και σαλαμουνομένο.

5
Διέγραψε τον Τομάζ Σάλαμουν και διαγράφεις
κάθε έναν Τζον Μπράντλυ.

6
Αφύσικα μεγάλοι κόκκοι πιπεριού
με καταδιώκουν και με κάνουν να φαίνομαι
αφύσικα μικρός.

7
Και ο θεός είπε, εις εμέ.
Και το σιαλόδεντρο είπε, εις ημάς άπαντας.
Και ο τάφος του Τομάζ Σάλαμουν είπε,
είμαι σαμαράκι δρόμου ή παγίδα γκολφ;

8
Όπως κάποτε
και πάντα ήταν
είναι, θα είναι:
Ο Τομάζ Σάλαμουν

Jag är inte Vad han nu heter
Till Vad han nu heter

1
John Bradley, Tomaz Salamun drömmer om dig
sovande i ett litet näste gjort av saxar
under ett täcke av döda starar.

2
Lite peppar, massor av salt,
du sitter ner och sväljer ett moln
i form av en stol.

3
Ganglier, så spensliga fötter regnet har.
Regn, så spensliga öron mina ganglier har.

4
Å, du gröntungade
allt vad du säger blir grönt
och salamunerat.

5
Radera Tomaz Salamun och du raderar
varenda John Bradley.

6
Onormalt stora pepparkorn
förföljer mig, de får mig att framstå som
onormalt liten.

7
Och Gud sade, till mig.
Och salivträdet sade, till oss alla.
Och Tomaz Salamuns grav sade,
är jag en vägbula eller ett golfhinder?

8
Som det en gång
och alltid var
är, ska vara:
Tomaz Salamun

(War on Words, 2006. Translated into Swedish by Vasilis Papageorgiou and Lo Snöfall. Translated into Greek by Vasilis Papageorgiou.)

Mariam Naraghi

July 23, 2008 by chromata

Μια λέξη θα έφτανε

Η Κασσάνδρα ανταπάντησε μ’ έναν ισχυρισμό που κανείς δεν πήρε πολύ στα σοβαρά: Το να κάνεις έρωτα χωρίς προφύλαξη είναι σαν να στέλνεις τα κείμενά σου σε περιοδικά και εκδοτικούς οίκους. Όταν εμφανίζεται το κόκκινο στην κιλότα αισθανόμαστε ανακούφιση και απογοήτευση συγχρόνως!! Τα δυο θαυμαστικά τα έβαλε χτυπώντας τους αγκώνες της στο τραπέζι της κουζίνας. Η κανάτα με τον χυμό αναποδογύρισε και επιλέξαμε να σώσουμε την κατάσταση με ό,τι έμεινε από το βούτημά μας. Μερικά καλαμάκια έγιναν τότε εξωλέμβια μηχανή και η στρογγυλή της κοιλιά το ηλιοβασίλεμα προς το οποίο κατευθυνθήκαμε.

(Bekännelse på Landbrogatan, Växjö University Press 2008. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Lisa Fishman

June 14, 2008 by chromata

Om ovetande

Fastän,
likväl,
ett moln i min mun
ett slammer i mitt mång-
fingrade sinne. I molnet
en tagen förändring. Nej, jag vill inte gifta mig med dig.
Ojämn,
Stevens.
Ja.
Ja, jag störs av slamret, det mångtonade.
Ja, jag äter molnet.

Περί αγνωσίας

Παρ’ όλο που,
εντούτοις
ένα σύννεφο στο στόμα μου
ένας θόρυβος στο πολυ-
δάχτυλο μυαλό μου. Στο σύννεφο
μια ειλημμένη αλλαγή. Όχι, δεν θέλω να σε παντρευτώ.
Άρρυθμε,
Στήβενς
Ναι.
Ναι, με ενοχλεί ο θόρυβος, ο πολύτονος.
Ναι, τρώω το σύννεφο.

(Dear, Read, 2002. Translated into Swedish by Vasilis Papageorgiou and Lo Snöfall. Translated into Greek by Vasilis Papageorgiou.)

Η βαθιά θλίψη

May 13, 2008 by chromata

Στην Κλαίρη Μιτσοτάκη

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας ξύπνησε μέσα στη νύχτα κάθιδρος και άρχισε να κλαίει, βουβά και αμήχανα πρώτα, γοερά κατόπιν, για την κατάντια της χώρας του, η οποία παρότι μικρή είχε μεγάλα προβλήματα, πράγμα που τον σάστιζε και τον απέλπιζε ακόμη περισσότερο. Το κλάμα του γινόταν όλο και πιο βαθύ, όλο και πιο τρανταχτό, ενώ τα δάκρυά του έτρεχαν όλο και πιο ορμητικά, όλο και πιο καταρρακτώδη. Και κει μέσα στο πηχτό σκοτάδι και τη μονήρη λύπη του ένιωσε κάτι να αλλάζει πέρα σε μια μακρινή, άλλα συγχρόνως και πολύ κοντινή άκρη, κάτι να του ελαφρύνει το βάρος της απόγνωσής του. Ο ποταμός των δακρύων του γινόταν όλο και πιο πλατύς, όλο και πιο σφοδρός, αν και ακριβώς την ίδια στιγμή ήταν και πράος και προνοητικός, ακόμη και χαμογελαστός, παράξενο πράγματι αυτό, αλλά τέτοια συμβαίνουν συχνά στα έγκατα της νύχτας, σκέφτηκε ο πρωθυπουργός, που σχεδόν τραβήχτηκε για να μη βραχεί, απλώνοντας ωστόσο το χέρι του για να νιώσει το νερό, τη στοργική του ενέργεια. Και αμέσως μετά, με όση δύναμη του άφησε η απεριόριστη θλίψη του, ανασηκώθηκε έκπληκτος στο μουσκεμένο του στρώμα, μη πιστεύοντας τα χειμαρρώδη μάτια του. Και τι δεν συνέβαινε κατά μήκος του ακατάσχετου, αλλά προσηνή ρου. Οι υπόγειες φυσικές δεξαμενές γέμισαν νερό, τα ξερά ποτάμια της επικράτειας σχεδόν ξεχείλισαν, νερά έτρεχαν από κάθε κορυφή σε όλες τις πλαγιές, λίμνες και στέρνες ξανάσμιξαν με την παλιά τους χλωρίδα και πανίδα, μικρές και μεγάλες φωτιές στα δάση έσβησαν με μιας. Τώρα ο πρωθυπουργός άρχισε να νιώθει πιο έντονα μια ευφορία ανακατωμένη με ευγνωμοσύνη που η δική του λύπη, τα δικά του δάκρυα μπορούσαν να κάνουν τόσο καλό. Ξάπλωσε και πάλι στο πλωτό του κρεβάτι που τρανταζόταν από το κλάμα του έτσι που και να διευκολύνει τη ροή των δακρύων και να παρατηρεί καλύτερα τι έκαναν στο διάβα τους, τώρα μάλιστα που είχε φανεί ξεκάθαρα ο ευεργετικός τους προορισμός. Άρχισαν να παίρνουν δρόμο παράνομα κτίσματα παντού, εξαφανίζονταν ασυνείδητα αυτοκίνητα σε κάθε δρόμο, σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, κάθε ασυνείδητος, κάθε ασυνειδησία, καθετί που πρόσθετε ένα αρνητικό άλφα το έπινε το πρωθυπουργικό νερό. Δεν τον κούραζε να κλαίει και να κλαίει. Ήξερε καλά άλλωστε ότι πολύ σύντομα όλα θα ήταν όπως τα σχεδίαζε κάθε πρωί στη μικρή του χώρα που είχε ανάγκη από τόσα δάκρυα, κάθε πρωί και αφού είχε φορέσει στεγνό σώβρακο.

Βασίλης Παπαγεωργίου

Lo Snöfall (bild), Vasilis Papageorgiou (text)

April 1, 2008 by chromata

Thessaloniki vid vattnet

Hon gick utmed vattnet, hittade en balans mellan den övre och den nedre kroppen, mellan vänster och höger hand, mellan sina tankar och en enorm mängd av iakttagelser, deras ackumulerade skärpa, deras intima utstrålning. Hon kom in i en lika intim och djup känsla av att ha gått vilse i andra människors påhittighet, i deras ljuvt inkräktande avsikter. En stad utan vertikala gester skulle hon strax mejla om, en utsträckning som snurrar kring sig själv och i närheten av eller strax över en nästan bortglömd men aldrig overksam katharsis. Som att ta av sina vackra skor efter en vacker, lång promenad.

Thessaloniki by Lo Snöfall

Thessaloniki by the water

She was walking close to the water, she found a balance between the upper and the lower part of her body, between left and right hand, between her thoughts and a enormous amount of observations, their accumulated clarity, their intimate resplendence. She entered an equally intimate and deep feeling of having gone astray in other people’s ingenuity, in their delightfully intruding intentions. A city without vertical gestures she would mail about presently, an extension that whirls around itself and close to or just above an almost forgotten but never idle catharsis. As if she took off her beautiful shoes after a beautiful, long walk.

(Ingen hand orörd, Växjö University Press 2007.)

Lars Gustaf Andersson

March 4, 2008 by chromata

The Cathedral in Växjö

Δυο πόλεις

Ο πορθμός ήταν γεμάτος θρυψαλιασμένους καθρέφτες
που γυάλιζαν μέσ’ από το παράθυρο του τρένου,

γλάρους από χαρτί, ήλιους από χιόνι,
κομματιασμένες καρτ ποστάλ: όλα έπεσαν

στο νερό. Σήκωσες το χέρι
και παραμέρισες τα μαλλιά που σκέπαζαν

τα μάτια σου. Μια φάλαινα ξεβράστηκε
στην παραλία. Στον μαυροπίνακα

έγραφε: “Ξύπνησα νωρίς
το πρωί και είδα ότι ο κόσμος ήταν έρημος”.

(Ανέκδοτο ποίημα. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Sapfo, 58 A

March 2, 2008 by chromata

Singing at Delphi

De violsmyckades vackra gåvor, barn,
den klart klingande lyran som älskar sånger;

en gång var kroppen, gammal nu
håret som var svart har blivit

Tungt är hjärtat. Knäna, förr hjortkalvskvicka
i dansen, bär mig inte.

Ofta sörjer jag detta; men vad ska man göra?
Evigt ung kan ingen förbli.

Det sägs att rosenarmade gryningen en gång
vild av kärlek, förde Tithonos till jordens rand.

Ung och vacker var han. Men fastän gift med en
odödlig hann gråa åldern upp honom till sist.

Kommentar
I föreliggande utgåva inkluderar vi denna nya version av fragment 58. Detta har blivit möjligt efter Martin Wests publicering i Times Literary Supplement, juni 24, 2005 av alldeles nya rader av Sapfo, som året innan avlästes av två tyska forskare vid Colognes universitet i en egyptisk papyrus som enligt West är ”det tidigaste manuskript till hennes arbete som hittills är känt”. Dessa nya rader har hjälpt West att rekonstruera fragment 58 och erbjuda oss en nästan hel ny dikt, vilket måste anses som en stor händelse. Vi följer vår praxis och utelämnar Wests komplettering av de rader som i det antika manuskriptet är ofullständiga. När det gäller första raden föreslår West, i likhet med några tidigare Sapfo-filologer, kompletteringen ”musernas gåvor”, en tolkning som ter sig plausibel. Uttrycket är känt under antiken både före och efter Sapfos tid. Man finner det i olika varianter till exempel hos Homeros, Hesiodos, Euripides och Platon. Sapfo åberopar själv ofta muserna och i fragment 44 A skriver hon ”Musernas underbara”, vilket mycket väl kan syfta just på ”gåvor”.

Tithonos är enligt myten en yngling som den rosenarmade gudinnan Eos förälskade sig i, rövade bort och gifte sig med. Hon bad Zeus att ge honom evigt liv, men glömde att samtidigt be om evig ungdom.

(Sapfo, Dikter och fragment. Tolkning från grekiskan, inledning och kommentarer Vasilis Papageorgiou och Magnus William-Olsson. Stockholm: Ordfront, FIB:s Lyrikklubb, 2006.)